Η ύπαρξη διαθήκης, οδηγεί στην κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης και η τύχη των περιουσιακών δικαιωμάτων του θανόντος, ρυθμίζεται από αυτόν τον ίδιο με την αυτή δικαιοπραξία, την οποία κατήρτισε όσο ζούσε, την λεγόμενη διαθήκη.
Για αυτό τον λόγο, όταν έχουμε εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κάνουμε λόγο για εκούσια κληρονομική διαδοχή. Ο διαθέτης συντάσσοντας την διαθήκη του αξιοποιεί την ευχέρεια, την οποία του παρέχει ο νομοθέτης προς την «ελευθερία του διατιθέναι».
Παρά την ανωτέρω μνησθείσα ελευθερία ο διαθέτης υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς και συγκεκριμένα:
- η διαθήκη δεν πρέπει να αντίκειται σε διατάξεις νόμων στα χρηστά ήθη διαφορετικά είναι άκυρη,
- ταυτόχρονα δεν πρέπει να προσβάλει τη νόμιμη μοίρα και είναι άκυρη κατά το μέτρο της προσβολής αυτής,
- περιορίζεται δε και από τη διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα και υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο, ο οποίος τύπος προϋποθέτει την ικανότητα σύνταξης της διαθήκης από πλευράς κληρονομούμενου.
Οι διαθήκες διακρίνονται σε κοινές, συνήθεις δηλαδή στις οποίες αναφέρεται το κοινό δίκαιο των διαθηκών αλλά και έκτακτες, οι οποίες είναι επιτρεπτές σε αντίστοιχες έκτακτες περιστάσεις.
Οι κοινές διαθήκες περιλαμβάνουν τις ιδιόγραφες τις μυστικές και τις δημόσιες διαθήκες, ενώ οι έκτακτες περιλαμβάνουν αυτές, που συντάσσονται σε πλοίο σε εκστρατεία αλλά και σε αποκλεισμό. Όλα τα είδη των διαθηκών είναι μεταξύ τους ισότιμα.
